
‘Ελα να μετρήσουμε Θεέ μου, ένα δύο, τρία, τέσσερα, πέντε...θυμάσαι όταν ήμασταν παιδιά που σε κοίταζα κρυμμένος στη γωνία της αυλής, πρότεινα το κεφάλι μου πίσω από τον τοίχο και πρόβαλλε το μάτι μου και στεκόμουν κάπως λοξά, με μια ελαφριά διαγώνια κλίση; Παίζαν τα υπόλοιπα παιδάκια, μαθαίναν μέσα από το παιχνίδι αυτό, αλλά εγώ δεν έπαιζα. Εγώ είχα γύρει το κεφάλι μου κάπως, σαν να με βάραινε από τότε, και τα κοιτούσα. Και ήμουν επίσης κρυμμένος γιατί ένιωθα να με απειλεί αυτό το παιχνίδι. Αλλά δεν φοβόμουν ακριβώς, πιο πολύ απορία είχα και θαυμασμό, και όταν τα βλεπα να στοιχίζονται σοβαρά το ένα πίσω από το άλλο και να ξεκινάνε για την εκστρατεία τους, έστεκα ακίνητος και μου κοβόταν η ανάσα, γιατί αυτά δεν ήταν παιδιά, ήταν στρατιώτες και είχαν και αρχηγό, και μόνο που ήθελα να πάω να τρυπώσω κι εγώ αθόρυβα σ’αυτή την παρέλαση κάπου κρυφά στις πίσω σειρές, ήξερα πως αυτή η τάξη θα μου είναι πάντοτε άγνωστη, αυτή την ευθυγράμμιση δεν θα την κατάφερνε ποτέ το κεφάλι μου και ακόμα κι αν έσπρωχνα τις παλάμες μου στα μάγουλά μου και γύριζα το κεφαλάκι μου να ισιώσει, ήξερα πως το βλέμμα μου θα μενε λοξό, και αργά ή γρήγορα θα με καταλάβαιναν πως δεν ήμουνα δικός τους και θα με ανακηρύσσαν τον αιώνιο εχθρό τους, και έτσι κράταγα την ανάσα μου και τους κοιτούσα. Αλλά υπήρχαν κι άλλες στιγμές που διαλυόταν η ηρεμία, έτσι ξαφνικά όπως ξεκίνησε, και αρχίζαν όλοι τους να τρέχουν πέρα δώθε και πόσο χαιρόμουν τότε, σαν να φύσαγε πιο δυνατά ξαφνικά και με έσπρωχνε ο άνεμος της νίκης κι εμένα κι έτρεχα γύρω γύρω από τον εαυτό μου και μοιραζόμουν τη χαρά τους και τα ξέχναγα όλα και τους τα συγχωρούσα.
Έλα, έλα τώρα που τα θυμήθηκα, μέτρα μαζί μου, έξι, εφτά, οχτώ, εννιά, δέκα, έντεκα, δώδεκα...θυμάσαι που με πήγαινε η μαμά μου να σε επισκεφτούμε Θεέ μου; Και κάθονταν οι γυναίκες αριστερά και οι άνδρες δεξιά και εγώ που δεν ήμουν πια παιδί και δεν ήμουν ούτε άντρας μπορούσα να κάθομαι όπου θέλω και έμπαινα μέσα στο σπίτι σου με σεβασμό και αθόρυβα και στέκονταν όλοι κάπως παραιτημένοι αλλά και κάπως έτοιμοι για παν ενδεχόμενο, με σκυμμένο το κεφάλι και άκουγαν. Και κοίταζαν όλοι ευθεία και πότε σηκώνονταν και πότε κάθονταν, γιατί κάποιο σινιάλο έπαιρναν, περίμεναν όλη την ώρα να εμφανιστείς και σηκωνόμουν κι εγώ και καθόμουν και μετά από λίγο άρχιζε να μ’αρέσει αυτό το παιχνίδι, γιατί καταλάβα πως κρυβόσουν κι εσύ και κοίταζες λοξά αυτή την παράταξη και μ’άρεσε που τότε μου μοιαζες. Καθόμουν κι εγώ πότε ανάμεσα στους άντρες και πότε ανάμεσα στις γυναίκες, κάπως λοξά, για να καταλάβεις πως κι εγώ δικός σου είμαι και καταλαβαίνω πως κάπου κρύβεσαι και μας κοιτάς και εύχεσαι να μπορούσες να βγεις και να κρυφτείς κι εσύ ανάμεσά μας, παρόλο που ξερες πως ποτέ δεν θα το καταφέρεις, και κοίταζα γύρω γύρω σ’όλες τις ζωγραφιές και πίσω από τις κολώνες μπας και σε δω και σου γνέψω και μου φαίνονταν όλες οι ζωγραφιές κάπως τρομαγμένες. Αλλά μετά έπεσε το βλέμμα μου σε έναν άντρα που πέθαινε ή είχε πεθάνει και μου λεγε η μαμά μου πως αυτό ήταν το παιδί σου, κι ας είχε γένια και φαινόταν άντρας ολόκληρος, κι είχε πεθάνει το παιδί σου γιατί ήμασταν όλοι αμαρτωλοί και τόσο κακοί, κι εγώ επίσης, που το κάναμε να πεθάνει. Και σκεφτόμουν τα κακά που είχα κάνει και μήπως έφταιγε που έγερνε έτσι το κεφάλι μου, γιατί κι ο δικός μου ο μπαμπάς έλεγε πως είναι κακό και ντροπή που γέρνει το κεφάλι του παιδιού, και στενοχωριόμουν τόσο πολύ, γιατί δεν το κατάλαβα ποτέ πώς σκότωσα το παιδί σου και ήθελα να έχω κι εγώ ένα παιδί τότε, μεγάλο άντρα, και να λυπηθεί και να πεθάνει και να το δοξολογούν και να μαζεύονται ο κόσμος σπίτι μου, να κάθονται στο σαλόνι μας οι φίλες της μαμάς και να βγαίνει ένας κύριος στα μαύρα και να υμνολογεί τον περί κεκλιμμένης κεφαλής θάνατον του υιού μου, κι εγώ να κρύβομαι κάτω από το τραπεζάκι του σαλονιού και όλοι να σηκώνονται και να λένε νά τώρα θα βγει και να μην βγαίνω, μόνο να κάθομαι εκεί κρυμμένος και να τους κοιτώ φοβισμένος και ανατριχιασμένος και όταν φεύγουν να τρέχω, να τρέχω, να τρέχω γύρω από το τραπεζάκι.
Λοιπόν, δεκατρία, δεκατέσσερα, δεκαπέντε, δεκαξι, δεκαεφτά, δεκαοχτώ θυμάσαι θεούλη μου, αχ πόσο μου άρεσε όταν με ξάπλωνε και μου χάιδευε η μαμά την πλάτη, θυμάσαι πόσο μου άρεσε, ξάπλωνα μπρούμυτα, έγερνα το κεφαλάκι μου λίγο στο πλάι και λίγο προς τα κάτω, έκλεινα τα μάτια μου και άπλωνε η μανούλα μου το χέρι της και με χάιδευε στην πλάτη και ένιωθα το χέρι της να με πιέζει και να μαζεύεται όλο το δέρμα μου ψηλά πάνω στον σβέρκο. Και όταν έμαθα πως έχω και ψυχή κάπου μέσα μου κατάλαβα αμέσως πως η δικιά μου η ψυχή είναι εκεί ψηλά στο σβέρκο, γιατί ως εκεί έφτανε το χέρι της μαμάς και έσπρωχνε κι εμένα και μαζευόμουν όλος εκεί και ανατρίχιαζα σαν να με είχε γδάρει και να κρύωνε όλο το κορμί μου και να είχα τυλιχτεί όλος εκεί και να έτρεμα και τότε μεγάλωνε το πουλάκι μου. Κούρνιαζα ακίνητος και ήθελα να βήξω από την χαρά και κουνιόταν η κοιλιά μου και σφιγγόμουν να μην κουνηθώ και εγώ, να τραβάω μια ανάσα από το σβέρκο και να μαζεύεται όλη στο πουλάκι μου, που όλο και φούσκωνε να σκάσει, κρυμμένο κάτω από το παντελόνι μου, κάτω από το σώμα μου, κάτω από το χέρι της μαμάς στην πλάτη, κάτω από το σπίτι μας στο χωριό, κάτω από το χωριό μαζί με την εκκλησία και το σχολείο, κάτω από τον ουρανό που φανταζόμουν πόσο θα έλαμπε έξω αυτή τη στιγμή και θα χαιρότανε μαζί μου και τόσο πολύ καλά κρυμμένο κάτω από την ψυχούλα μου που είχε αναψοκοκκινήσει και έκαιγε στο σβέρκο μου. Και αργότερα που μεγάλωσα, και μεγάλωσε και το πουλάκι μου, αλλά όχι τόσο πολύ, στεκόμουν καμιά φορά και το κοίταζα στο μπάνιο, έτσι που έτρεχε το νερό πάνω στο σβέρκο μου και τον έκαιγε, και θυμόμουν το ευλογημένο το χεράκι της μαμάς μου, και μεγάλωνε το πουλάκι μου και γινόταν κι αυτό κόκκινο, και όταν μεγάλωνε έπαιρνε κι αυτό να σταθεί κάπως λοξά σαν το κεφαλάκι μου, και καταλάβαινα πως κι αυτό μου μοιάζει και βγαίνει κι αυτό από την κρυψώνα του να κοιτάξει λίγο λοξά τον κόσμο και το συμπονούσα και το αγαπούσα τότε, και το χάιδευα και με πλημμύριζε μια άγρια χαρά που ήθελα να τρέξω γύρω γύρω από τη μαμά μου, και το σπίτι στο χωριό, και γύρω από το χωριό μαζί με την εκκλησία και το σχολείο.
Μετά είναι το δεκαεννιά, είκοσι, εικοσιένα, εικοσιδύο, εικοσιτρία, εικοσιτέσσερα, εικοσιπέντε, εικοσιέξι και τότε ήταν που άρχισαν να μην μ’αρέσουν οι φωνές και η φασαρία, θυμάσαι; Έτσι που περπατούσα στον κήπο μας μια μέρα, με το κεφαλάκι μου λοξά, είδα ένα μικρό φυλλαράκι να πέφτει από το δέντρο, που είχαμε από τότε που ήμουν μικρό στον κήπο, και έκανα να το σηκώσω, και αυτό ήταν καταπράσινο και σαν ζωντανό έλεγες ακόμα, και λίγο κυρτό, στραβό σαν τον κορμό του δέντρου, και απόρησα που έπεσε από το δέντρο, και το πήρα στην αγκαλιά μου και έτσι όπως σηκώθηκα να το πάρω δικό μου μπας και καταλάβω γιατί έπεσε, χτύπησα το κεφαλάκι μου, που ακόμα δεν είχε βρει τη θέση του το καυμένο, και απλώθηκε παντού ένα σκοτάδι, και μπήκε μέσα μου το σκοτάδι και το μόνο που φαινόταν μεσα στη μαυρίλα αυτή ήταν το φυλλαράκι. Το πήρα και το έβαλα στο αυτί μου και δεν ακουγόταν τίποτα. Και θύμωσα, πόσο θύμωσα, δεν πήγαινα πουθενά χωρίς το φυλλαράκι, δεν έβλεπα άλλο παρά το χρώμα του που άλλαζε σιγά σιγά και χανόταν μέσα στο σκοτάδι κάθε μέρα πιο πολύ, στη νύχτα αυτή που είχε μπει στο κεφαλάκι μου και τα είχε πετάξει όλα έξω, και όλο φώναζα τότε σε όλους να κάνουν ησυχία, και στη μαμά μου και σε σένα θεούλη μου, κι όταν βράχνιαζα έπαιρνα το φυλλαράκι και το βαζα μπροστά στο στόμα μου, να καταλάβετε γιατί δεν έχω χρόνο τώρα για σας, γιατί νά πάει, μαραίνεται το στραβό μου φυλλαράκι και δεν το άκουσα ακόμα. Κλεινόμουν τότε με τις ώρες στο δωμάτιό μου, γιατί λέγανε πως είχα γίνει άντρας πια κι αν ήθελα να μείνω μόνος μου μπορούσα, και έπαιρνα το φυλλαράκι μου στα χέρια μου, πολύ προσεκτικά μην μου σπάσει πια, γιατί είχε γίνει σκληρό που δεν μπορούσε να μου μιλήσει, που τα κράταγε όλα μέσα του, και κουλουριαζόμουν κι εγώ στο κρεβάτι, με το σκοτεινό μου κεφαλάκι σαν τις σάπιες τις ακρούλες από το φυλλαράκι που γέρναν κι αυτές και περίμενα και ήθελα να κόψω το κεφαλάκι μου και να το τοποθετήσω δίπλα στο φυλλαράκι να βγώ έξω και να τα αφήσω μόνα τους να μιλήσουν, αλλά ήξερα πως δεν θα στεκόταν το κεφαλάκι μου και θα γερνε αν δεν ήμουν εκεί κι εγώ να το βοηθάω. Και μια μέρα που περίμενα θυμάσαι που άρχισε να βρέχει, και άρχισε στην αρχή να βρέχει σιγά σιγά αλλά μετά δυνάμωνε και άρχισαν οι σταγόνες να πέφτουν σαν τύμπανα στο παράθυρο και παρατήρησα πως όσο χτύπαγα τα πόδια μου στο πάτωμα να κάνουν ησυχία, τόσο αγρίευαν αυτές και πέφταν πιο δυνατά και μου χτυπούσαν να τις ανοίξω. Και χαμήλωσα το χεράκι μου με το φυλλαράκι και άνοιξα το παράθυρο και άρχισαν αυτές να κουτρουβαλιούνται μέσα στο δωμάτιο και να μου ουρλιάζουν όλες μαζί...τι το θες το πεθαμένο, άστο το βαριόμοιρο να ηρεμήσει κι αυτό και κοίτα μας πόσο όμορφες είμαστε εμείς. Και τις κοίταξα και μ’αρέσαν τόσο που τις έβλεπα, που με έπιασε τρέμουλο από τον ενθουσιασμό μου και έσφιξα τις γροθιές μου από τη χαρά, και έγινε θρύψαλα το φυλλαράκι και έπεσε κάτω κομματάκια και το ξέπλυναν αφηνιασμένες οι μαινάδες κι έμεινα μόνος να κρατιέμαι να μην βγώ έξω και να αρχίσω να τρέχω, να τρέχω, να τρέχω κάτω και γύρω από τις τρελές αυτές σταγόνες που πέφτανε λοξά στο μουσκεμένο πρόσωπό μου,
Και ξέρω να μετράω μέχρι το εικοσιεπτά, εικοσιοκτώ, εικοσιεννιά, τριάντα, τριανταένα και παρακάτω δεν έμαθα Θεέ μου. Γιατί γίνανε τόσα στο μεταξύ που κουράστηκα κι εγώ. Και δεν πρέπει κι εσύ να ξεχνάς πως καμιά φορά με πιάνει το παράπονο κι εμένα που περπατάω έτσι, να πως να στο πω, λίγο με το κεφαλάκι μου γυρτό σαν να με σπρώχνει το κακόμοιρο να μην πάω εκεί που πάνε οι άλλοι, αυτοί που ξέρουνε που θέλουνε να πάνε. Και όταν αυτοί βάζουν μπροστά το στητό, περήφανο κεφάλι τους και προχωράνε, εγώ τους κοιτάω και τους θαυμάζω γιατί το δικό μου το κεφαλάκι δεν έμαθε ακόμα που να πάει και απορεί και γέρνει. Στο υπόσχομαι λοιπόν θεούλη μου καλέ, πως αν μου ισιώσεις λίγο το κεφαλάκι και έρθει και ευθυγραμμιστεί κάπως με τους δρόμους και τα σπίτια, τότε θα μάθω κι εγώ να μετράω μετά το τριανταένα και θα αγοράσω ένα όμορφο παντελόνι και καθαρά παπούτσια και μια ίσια γραβάτα και θα βρω και μια καλή δουλειά και θα παίζω με τα άλλα παιδάκια και θα πάρω κι έναν φούρνο μικροκυμάτων, από αυτόν που έλεγε προχτές η τηλεόραση, μόνο που δεν ξέρω τί να βάλω μέσα, κι ελπίζω να γυρνάει κι αυτός όπως γύρναγε το παλιό πλυντήριο της μαμάς τότε που έβαζε τα ρούχα μου μέσα και καθόμουν εγώ μπροστά και τα έβλεπα να γυρνάνε γύρω, γύρω, γύρω και απ’τη χαρά γύρναγε γύρω γύρω γύρω και το μικρό μου, λοξό κεφαλάκι που ακούμπησες πάνω μου Θεέ μου, να το χω και να περπατώ στον κόσμο αυτό.
Βασίλης Νησιώτης